αὐτοκρατής

αὐτο-κρᾰτής, ές,
A ruling by oneself, absolute, independent,

νοῦς Anaxag.12

;

τύχη Hp.Loc.Hom.46

;

φρήν E.Andr.482

(lyr.);

ἀπειθής τε καὶ αὐ. Pl.Ti.91b

;

γένεσις οὐδεμία αὐ. ἐστιν Dam.Pr.394

;

τὸ αὐ. Plu.2.1026d

. Adv.

-κρατῶς Lyd. Mag.1.33

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Αὐτοκράτης — masc acc pl (attic epic doric) Αὐτοκράτης masc nom/voc pl (doric aeolic) Αὐτοκράτης masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυτοκρατής — αὐτοκρατής, ές (Α) 1. αυτός που κυβερνά κατά τη δική του θέληση, αυτεξούσιος, απόλυτος κύριος 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ αὐτοκρατές η αυτοκράτεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < αυτο * + κρατής < κράτος «ισχύς, δύναμη» (πρβλ. ακρατής, εγκρατής, ισοκρατής)] …   Dictionary of Greek

  • αὐτοκρατής — ruling by oneself masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκρατῆ — αὐτοκρατής ruling by oneself neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) αὐτοκρατής ruling by oneself masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) αὐτοκρατής ruling by oneself masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκρατεῖς — αὐτοκρατής ruling by oneself masc/fem acc pl αὐτοκρατής ruling by oneself masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκρατές — αὐτοκρατής ruling by oneself masc/fem voc sg αὐτοκρατής ruling by oneself neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκρατοῦς — αὐτοκρατής ruling by oneself masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκρατέσιν — αὐτοκρατής ruling by oneself masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκρατῶς — αὐτοκρατής ruling by oneself adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αὐτοκράτους — Αὐτοκράτης masc gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυτοκράτορας — ο, θηλ. τειρα, και τόρισσα, η (AM αὐτοκράτωρ, ο, αὐτοκράτειρα, η) 1. ο μόνος κυρίαρχος, ο απόλυτος μονάρχης μιας χώρας 2. τίτλος ηγεμόνων κρατών που κυβερνώνται απολυταρχικά μσν. ως επίθ. αυτός που ανήκει στον αυτοκράτορα, ο αυτοκρατορικός αρχ. 1 …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.